μεταγράφω


μεταγράφω
[мэтаграфо] р. переписывать, переводить по работе, по учебе,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεταγράφω" в других словарях:

  • μεταγράφω — copy pres subj act 1st sg μεταγράφω copy pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγράφω — μεταγράφω, μετέγραψα βλ. πίν. 13 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεταγράφω — και ματαγράφω (ΑM μεταγράφω) 1. γράφω εκ νέου, τροποποιώ ή διορθώνω ό,τι έγραψα, ξαναγράφω («ἅ δ οὐ καλῶς ἔγνων τότ , αὖθις μεταγράφω καλῶς πάλιν ἐς τήνδε δέλτον», Ευρ.) 2. αντιγράφω 3. μεταφράζω, ερμηνεύω («ἠξίωσεν οὗτος καὶ τὰ ὀνόματα...… …   Dictionary of Greek

  • μεταγράφω — μτβ. 1. αντιγράφω, ξαναγράφω κάτι κάνοντας διορθώσεις. 2. (νομ.), κάνω μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο: Μετέγραψε το σπίτι του στο υποθηκοφυλακείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταγεγραμμένα — μεταγράφω copy perf part mp neut nom/voc/acc pl μεταγεγραμμένᾱ , μεταγράφω copy perf part mp fem nom/voc/acc dual μεταγεγραμμένᾱ , μεταγράφω copy perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγράψει — μεταγράφω copy aor subj act 3rd sg (epic) μεταγράφω copy fut ind mid 2nd sg μεταγράφω copy fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγράψῃ — μεταγράφω copy aor subj mid 2nd sg μεταγράφω copy aor subj act 3rd sg μεταγράφω copy fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγεγραμμένον — μεταγράφω copy perf part mp masc acc sg μεταγράφω copy perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγραφομένων — μεταγράφω copy pres part mp fem gen pl μεταγράφω copy pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγραφέντα — μεταγράφω copy aor part pass neut nom/voc/acc pl μεταγράφω copy aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)